Η Ιστορία της Αστυπάλαιας

 

Η Αστυπάλαια είναι νησί των Δωδεκανήσων με 1334 μόνιμους κάτοικους και το όνομά της σημαίνει «παλιά πόλη». Άλλα ονόματα που έχουν δοθεί κατά καιρούς στο νησί είναι, μεταξύ άλλων, Πύρρα (λόγω του χρώματος του εδάφους), Πυλαία, Τράπεζα των Θεών και Ιχθυόεσσα (λόγω πληθώρας ψαριών στα νερά της).
Σύμφωνα με τη μυθολογία, από την ένωση του Ποσειδώνα και της Αστυπάλαιας, κόρης του Φοίνικα και αδερφή της Ευρώπης, γεννήθηκε ο αργοναύτης Αγκαίος και ο βασιλιάς της Κω Ευρύπυλος.

Η Αστυπάλαια στην αρχαιότητα, αποτελούσε σημαντικό εμπορικό σταθμό στο Αιγαίο Πέλαγος και ναυτική βάση για τον έλεγχο διεθνών διελεύσεων κατά την Βυζαντινή περίοδο. Τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το νησί γνώρισε μεγάλη ακμή λόγω της ιδιαίτερης μορφολογίας του που το έχει εξοπλίσει με πολλά φυσικά λιμάνια και το καθιστούσε ιδανικό ορμητήριο κατά των πειρατών. Επιπλέον, το 149 π.Χ. υπογράφηκε συνθήκη μεταξύ Αστυπάλαιας και Ρώμης η οποία υπαγόρευε την αυτονομία του νησιού με αντάλλαγμα τη χρήση του ως ναυτιλιακό σταθμό από του Ρωμαίους. Τα χρόνια της Ενετοκρατίας το νησί παραχωρήθηκε στον Βενετό ευγενή Τζιοβάνι Κουερίνι.
Οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού λέγεται ότι ήταν οι Κάρες, στη συνέχεια οι Μινωίτες και αργότερα οι Μυκηναίοι σύμφωνα με ευρήματα θολωτών τάφων και κτερισμάτων τα οποία εκτίθενται σήμερα στο μουσείο της Αστυπάλαιας.
Η Αστυπάλαια το 1948, έπειτα από 36 χρόνια Ιταλικής κατοχής, τελικά ενσωματώνεται στο Ελληνικό κράτος μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.